Οι τρεις προϋποθέσεις για την ανάνηψη του ΕΣΥ

0
Το 1981 η αναφορά στο Εθνικό Σύστημα Υγείας κέρδιζε εκλογές. Σε 30 χρόνια, το 2011, το ΕΣΥ είχε συμβάλει κατά περίπου 25% στη χρεοκοπία της χώρας. Μόνο αντίκρισμα, μία νέα εύπορη τάξη λειτουργών και προμηθευτών. Σήμερα το ΕΣΥ προκαλεί απαξία, απελπισία και, συχνά, οργή. Τα πρωτοσέλιδα δεν έχουν πια «κατσαρίδα» στα χειρουργεία σε καιρό εκλογών. Η απλή αναφορά στο ΕΣΥ, όμως, «μυρίζει» φορμαλδεΰδη. Η χώρα, οικονομικός και κοινωνικός ερειπιώνας, δείχνει την αποσύνθεσή της και στην Υγεία. Η υποβάθμιση του ΕΣΥ είναι καταθλιπτική, ο ιδιωτικός τομέας καταρρέει, πολίτες «αναβάλλουν» την προσφυγή σε υπηρεσίες με ό,τι αυτό συνεπάγεται μελλοντικά. Τραγική και η μετανάστευση νέων, άξιων γιατρών και νοσηλευτών.
Η 5ετία 2010-2014 είχε δραματικές επιπτώσεις στην οικονομία, που συρρικνώθηκε κατά 23%, αλλά έβλαψε ακόμη περισσότερο την Υγεία. Η κρατική δαπάνη μειώθηκε 35% και η δαπάνη της κοινωνικής ασφάλισης 50%. Αντιθέτως, η ιδιωτική δαπάνη υγείας μειώθηκε μόνο 14%. Ετσι, το Δημόσιο «αποσύρθηκε» από τη συνταγματική επιταγή για προστασία της Υγείας και «τα φόρτωσε» στα νοικοκυριά. Στη 2ετία 2015-16 εξελίχθηκε σε «ανθρωπιστική κρίση». Ενας «γραφικός» κ. Πολάκης, όμως, δεν αρκεί για να εστιάσουμε την οργή μας. Προηγείται η σωστή «διάγνωση» της αρρώστιας πριν από τη θεραπεία.
Το ΕΣΥ, εκ γενετής «βαρύ» σύστημα, δεν φτιάχτηκε για τον πολίτη αλλά, έντεχνα, για τον εργαζόμενο-ψηφοφόρο και το κόμμα. Σήμερα φαντάζει κωμικό, αλλά στη 10ετία του 1980 το σύνθημα για «γιατρό πλήρους και αποκλειστικής απασχόλησης» ήταν… λαϊκό αίτημα. Αντιθέτως, σε 30 χρόνια λειτουργίας, το ΕΣΥ δεν ανέπτυξε «εργαλεία» ελέγχου απόδοσης και ποιότητας του παραγόμενου έργου. Λίγες δειλές προσπάθειες έγιναν βορά του κομματικού συστήματος με φορέα τον συνδικαλισμό, που σιχαίνεται την αξιολόγηση και λειτουργεί σε συνθήκες αχρωματοψίας, προς το συμφέρον του. Το ΕΣΥ ήταν των πολιτικών που διόριζαν, πλήρωναν και αποσπούσαν. Πράσινοι, γαλάζιοι και ροζ «έβλαψαν το ίδιο» ασελγώντας στον βωμό του κρατισμού που βύθισε τη χώρα στην κρίση.
Η υποβάθμιση του ΕΣΥ σήμερα είναι καταθλιπτική. Εχει «πεθάνει», δεν ανασταίνεται, δεν διορθώνεται. Μόνο ανασχεδιάζεται, με προϋπόθεση, όμως, απαντήσεις σε τρία ερωτήματα που, άμεσα ή έμμεσα, αφορούν στον πολίτη.
1. Ποιος και πόσο «πληρώνει για τη δημόσια υγεία.
2. Πώς παρέχονται υπηρεσίες χωρίς να ταλαιπωρείται ή να απομυζάται ο πολίτης;
3. Ποια πολιτική, διοικητική και διαχειριστική «δομή» απαιτείται;
Στο πρώτο ερώτημα απάντηση είναι η «εθνική ασφάλιση υγείας». Η μετάθεση στον προϋπολογισμό είναι δικαιότερη και ενισχύει την οικονομία με την κατάργηση των εισφορών. Η εθνική ασφάλιση καλύπτει ένα «πακέτο» υπηρεσιών, από δημόσιους και συμβεβλημένους ιδιωτικούς παρόχους. Η χρέωση του πολίτη για τη χρήση αγαθών και υπηρεσιών γίνεται μόνο με κάρτα, χωρίς «συμμετοχή». Η εκκαθάριση γίνεται μέσω της φορολογίας εισοδήματος. Ως ένα όριο (ίσως το ελάχιστο εγγυημένο εισόδημα) ο πολίτης δεν πληρώνει. Ετσι εισάγεται και η έννοια της «ελάχιστης εγγυημένης φροντίδας υγείας». Μετά το όριο υπάρχει κλιμακωτή επιβάρυνση έως και 100% για υψηλά εισοδήματα. Ολα, φυσικά, όπως οι χρεώσεις του πολίτη και η απόδοση στους παρόχους, δημόσιους και ιδιωτικούς γίνονται ηλεκτρονικά.
Δεύτερο είναι το «ταξίδι» του αρρώστου στις υπηρεσίες υγείας. Η χώρα δεν χρειάζεται 140 δημόσια νοσοκομεία, αλλά ένα λειτουργικό δίκτυο Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας (ΠΦΥ), διασυνδεδεμένο με τα νοσοκομεία και τη σήμερα «ανύπαρκτη» επείγουσα φροντίδα.
Τρίτο είναι ο πολιτικός και διοικητικός μηχανισμός. Δημιουργείται επιτελικό υπουργείο Υγείας με υπουργό μη πολιτικό πρόσωπο, 5ετούς θητείας. Εκτός από 100 -150 επιστήμονες, το υπουργείο δεν προσλαμβάνει, δεν μεταθέτει, ούτε «αποσπά» προσωπικό. Επιτελεί προγραμματικό και σχεδιαστικό έργο, φτιάχνει προϋπολογισμό, βάζει στόχους, νομοθετεί, αξιολογεί και εποπτεύει τον ΕΟΠΥΥ, τον ΕΟΦ, το ΚΕΣΥ και άλλους εθνικούς οργανισμούς και εκπροσωπεί τη χώρα. Ο ΕΟΠΥΥ αναλαμβάνει την οικονομική και διοικητική ευθύνη και διαχείριση μέσω των περιφερειακών διοικήσεων (ΔΥΠΕ), οι οποίες ορίζουν διοικήσεις νοσοκομείων και τους προϋπολογισμούς τους. Καταργούνται «φωτογραφικές» διατάξεις που σχετίζονται με τη διαχείριση προσωπικού και τις σχέσεις του δημόσιου τομέα με τον ιδιωτικό. Απλοποιούνται διαδικασίες με ηλεκτρονική διακυβέρνηση παντού.
Τα προηγούμενα αφορούν στον δημόσιο τομέα. Σημαντική καινοτομία της μεταρρύθμισης είναι η νέα σχέση δημόσιου και ιδιωτικού τομέα, που σήμερα συγκεντρώνει το ένα τρίτο της συνολικής δραστηριότητας στην Υγεία. Απαιτείται συνεργασία. Σκοπός η αναζήτηση συνεργειών στην παροχή υπηρεσιών και στην ασφάλιση υγείας με αξιοποίηση της τεχνογνωσίας και των επενδύσεων του ιδιωτικού τομέα σε υποδομές και τεχνολογία. Μόνον έτσι το κράτος θα ανταποκριθεί στη συνταγματική επιταγή περί προστασίας της Υγείας.
* Ο κ. Λυκούργος Λιαρόπουλος είναι ομότιμος καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών. Συγγραφέας του βιβλίου «US Health: A Failed System – A Threat to Society and the Economy».
Πηγή. Έντυπη Καθημερινή

 

Share.

Leave A Reply