Παιδεία και Εκπαίδευση

0

Ένα μεγάλο πρόβλημα –μεγαλύτερο απ’ ότι φανταζόμαστε- είναι η σύγχυση των εννοιών Παιδεία και Εκπαίδευση, με τον τρόπο που νοηματοδοτούμε σήμερα τον όρο «εκπαίδευση». Δεν είναι πρόβλημα μόνο Ελληνικό, αν και φοβούμεθα ότι η πρακτική των πολιτικών αρμοδίων στη χώρα μας έχει υπερβεί –ή πρέπει να έχει υπερβεί-  κάθε ανοχή μας. Αναφέρομαι σε όλους τους κατά καιρούς πολιτικούς αρμοδίους,   τουλάχιστον από τότε που αν έλεγες «διακινδυνεύω» και όχι «ρισκάρω», «προηγουμένως» και όχι  «προηγούμενα» και δεν τόνιζες στην ….προπαραλήγουσα, διαφωνώντας με παλαιόν λαϊκόν άσμα που επεσήμανε πως «η προπαραλήγουσα ποτέ δεν περισπάται όταν η λήγουσα είναι μακρά»,  χαρακτηριζόσουν «εκπρόσωπος του κεφάλαιου ενάντια στα συμφέροντα των εργαζόμενων».

Η υποτιθέμενη «εθνικών ευαισθησιών» σημερινή   ηγεσία του Υπουργείου Παιδείας, ακολουθεί κατά πόδας τις προηγούμενες. Με σταθερά βήματα δεν συγχέει απλώς τις ανωτέρω έννοιες, αλλά ευθαρσώς τις ταυτίζει. Τούτο δείχνει η πρόσφατη δραματική υποβάθμιση στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση των μαθημάτων κοινωνιολογίας και τεχνών, με σχεδόν ανύπαρκτα άλλα θεωρητικής και «ανθρωπιστικής» (όπως τα λέμε σήμερα) φύσεως μαθήματα, που προφανώς δεν είναι, ή έστω δεν είναι μόνο, τα Λατινικά. Με άλλα λόγια «ήτανε στραβό το κλήμα, το ’φαγε κι’ ο γάιδαρος».  Τόσο η πρωτοβάθμια όσο και η δευτεροβάθμια «εκπαίδευση», θεωρούνται ως διαδικασίες που στοχεύουν στην παροχή «χρήσιμων γνώσεων», μακράν των (αρχαιο)ελληνικών παρακαταθηκών, όπου Παιδεία σήμαινε την καλλιέργεια των νέων   και την σφυρηλάτηση  του χαρακτήρα τους,   προς διαμόρφωση πολιτών   σε αδιαίρετη σχέση με την Πόλη τους.  Προτάσσεται δηλαδή η παροχή γνώσεων που στην παρούσα συγκυρία, αυτήν του επικρατούντος οντολογικού κενού, ως αποτέλεσμα της στέρησης από τον άνθρωπο κάθε ευρύτερης εμβέλειας της ζωής του  πέραν του παπανδρεϊκού  «εδώ και τώρα», θα   φανούν χρήσιμες για τη μελλοντική αντικοινωνική ιδιώτευση των νέων μας.  Αφήστε που και αυτό λάθος γίνεται.

Ο σημερινός τρόπος εξέλιξης των επιστημών, βεβαίως και απαιτεί εξειδικευμένες γνώσεις και εξειδικευμένη επιστημονική έρευνα. Τούτα όμως είναι τόσο ραγδαίως εξελισσόμενα, που είναι αστείο να νομίζουμε πως εισάγουμε τα παιδιά στη ρομποτική, π.χ., ή στην πληροφορική, από την πρώτη του Δημοτικού. Σε μερικά χρόνια τα πράγματα θα είναι απολύτως διαφορετικά. Τα Πανεπιστήμια χρειάζονται φοιτητές με φαντασία και ιδέες, όσο και με σφυρηλατημένο προς ανώτερες αξίες και νοήματα χαρακτήρα, που δεν είναι ανάγκη να έχουν εμβαθύνει στους μιγαδικούς αριθμούς από μωρά παιδιά. Ας το κάνουν στις ένα-δύο τελευταίες τάξεις του Λυκείου και στο όσο αυτά δεν  θα έχουν αλλάξει μόλις μπούν στο Πανεπιστήμιο. Χωρίς να παραβλέπουμε το ουσιώδες στο οποίο η Παιδεία στοχεύει, αλλά και η Ιστορία ζητά.

Αλλά και για τα Πανεπιστήμια, ώ αγαπητοί Υπουργοί, δείτε τι κάνουν στον κόσμο όλο: Ευελιξία και δυνατότητα των φοιτητών να μετακινηθούν από ένα Τμήμα σε ένα άλλο, δυνατότητα διαρκούς εκπαίδευσης για όλους,  δημιουργία επαγγελματικών/τεχνικών εκπαιδευτικών προγραμμάτων υπό την αιγίδα των ειδικών, δηλαδή των Πανεπιστημίων και όχι των εμπορικών Επιμελητηρίων (το θεσμοθέτησε ο «νόμος Γαβρόγλου», σήμερα δείχνει να έχει ξεχαστεί), θεσμοθέτηση ιδιωτικής εκπαίδευσης εκεί που αυτή θα λειτουργήσει καλλίτερα, χωρίς αυτό να γίνεται εμμέσως και με λάθος τρόπο, δημόσια εκπαίδευση αρκούντως χρηματοδοτημένη για τα μη «προσοδοφόρα» γνωστικά πεδία, κ.λ.π. Βεβαίως και εξάλειψη της παπαγαλίας και ενίσχυση της κριτικής σκέψης, τόσο των μαθητών και φοιτητών, όσο  και  των δασκάλων τους, που αρνούνται να αποδείξουν πως  γνωρίζουν κάτι περισσότερο από αυτά που τους δίδαξαν πριν τριάντα χρόνια (άρνηση «αριστερή»!).  Αλλά και να κατανοήσουμε όλοι πως τα επαγγελματικά δικαιώματα δεν τα δίνουν τα Υπουργεία Παιδείας και οι τίτλοι σπουδών, αλλά οι αποκτηθείσες γνώσεις με οιονδήποτε τρόπο. Όπως π.χ. του Τσε Γκεβάρα, που μέχρι τουλάχιστον την εφηβεία του,  σπούδαζε με ιδιαίτερα μαθήματα στο σπίτι του.

Μας  καταδυναστεύουν, εκτός των άλλων και ιδεοληψίες, ιδεοληψίες ένθεν κακείθεν: Από τη μια μεριά  εμμονή στη δήθεν δημόσια και δωρεάν εκπαίδευση, που στην πραγματικότητα ούτε δημόσια ούτε δωρεάν είναι, από την άλλη αδυναμία κατανόησης τι πραγματικά σημαίνει «φιλελευθερισμός».  Ιδεοληψίες απότοκες  του επικρατούντος μεταμοντερνισμού, ως το ανώτατο στάδιο της νεωτερικότητος, μάλιστα την εποχή της σταδιακής παρακμή της: δυστυχώς, κατά σύστημα,  σκεφτόμαστε και πράττουμε με καθυστέρηση μερικών δεκαετιών.

Με τις σημερινές –και χθεσινές και προχθεσινές- πολιτικές πρακτικές,   ξεχνάμε και την καταγωγή μας, αλλά δυστυχώς όχι μόνο εξ αιτίας αυτών. Η μεταμοντέρνα επίθεση είναι οργανωμένη από παντού.

Τελευταία π.χ.,  με  την ιδιαιτέρως επικίνδυνη «Επιτροπή για τα 200 χρόνια από την επανάσταση του 1821»,  ξεχνάμε (θέλουν να ξεχάσουμε) την ίδια την ιστορία μας. Όπως και οι προηγούμενοι, με τον περίφημο «συνωστισμό» και τα ευρείας πανεπιστημιακής κυκλοφορίας και αποδοχής πονήματα, μας βεβαίωναν πως το ελληνικό έθνος δημιουργήθηκε το 1821 (και που προφανώς και εμφανώς  δεν διαφωνούν με την   Επιτροπή  «εορτασμού» της Επανάστασης) και πως μοναδικός στόχος μας είναι να «εκσυγχρονιστούμε» γινόμενοι «Ευρωπαίοι».  Αλήθεια, τι ιεροσυλία να ονομάζουμε «εθνάρχες» πολιτικούς του 20ου αιώνα!

Όπως μας βεβαιώνει η «Επιτροπή του 1821»,  με την αρχική διακήρυξη της, δίκην carte de visite, πρέπει  «…. να θυμηθούμε από πού ξεκινήσαμε. Να συνειδητοποιήσουμε πού βρισκόμαστε και ν’ αποφασίσουμε πού θέλουμε να πάμε….».  Προφανώς εννοούν πως ξεκινήσαμε  τον 19ο αιώνα.  Έχουμε ξεχάσει  και την έννοια της Πόλης : Την κοινωνία την εννοούμε με  τους ευρωπαϊκούς όρους  society και societé, που σημαίνουν και «εταιρείες», όχι με «εταιρικά συμβόλαια» μεταξύ των μετόχων, αλλά με «κοινωνικά συμβόλαια», όπου, όπως και στις εταιρείες, ο καθένας φροντίζει για το δικό του συμφέρον. Βέβαια τελευταία και αυτά τα κοινωνικά συμβόλαια και τα ψευδεπίγραφα πλέον «Συντάγματα»,  υπάρχουν για το θεαθήναι. Άλλοι  ρυθμίζουν τα πάντα και αυτοί δεν είναι ούτε οι εμφανείς πολιτικοί διαχειριστές, που λειτουργούν κάτι σαν γενικοί γραμματείς, βεβαίως ούτε οι λαοί, που άγονται και φέρονται από τα πανάθλια τηλεοπτικά κανάλια.

Ξεχνάμε και τη γλώσσα μας, υπέρ μιας «χρησιμότερης» γλώσσας. Κατηγορούσαμε παλαιότερη υπουργό (δήθεν) Παιδείας, που πρότεινε τα αγγλικά να καθιερωθούν ως επίσημη γλώσσα του κράτους, όμως  τώρα   άρχισε η σταδιακή μετατροπή των αγγλικών  σε μητρική μας γλώσσα, με την εισαγωγή της στα νηπιαγωγεία. Ίσως οσονούπω και στους παιδικούς σταθμούς. Αν παλαιότερα πρωθυπουργός έλεγε το αμίμητο «μηδέν εις το πηλίκιον» , θα απομακρύνετο δια βοής. Το ίδιο και αν ένας δημοσιογράφος έλεγε «του Κλέων Γρηγοριάδη». Εδώ και χρόνια οι εκφωνητές ποδοσφαιρικών αγώνων λένε «στο ογδόντα λεπτό» και «στο επτά λεπτό του αγώνα».  Οι δάσκαλοι διαβάζουμε γραπτά εξετάσεων φοιτητών τριτοβάθμιας εκπαίδευσης και νομίζουμε πως τα έχουν γράψει αλλοδαποί με lower στα ελληνικά. Αλλά σήμερα δεν δίνουμε σημασία σε αυτά ή δεν τα καταλαβαίνουμε, σημασία δίνουμε στα survivor και στις εκπομπές μαγειρικής, που βλέπουμε τρώγοντας πίτσα από delivery.

Επιτρέψτε μου να θεωρώ πως αν τοποθετούσαμε  υπουργό Παιδείας έναν ευρωπαίο ειδικό σε ζητήματα παιδείας, δεν θα έκανε αυτά που κάνουν τις τελευταίες δεκαετίες τα ελληνικά υπουργεία. Αλλιώς θα πολιτεύονταν, για παράδειγμα,  οι  Γάλλοι Υπουργοί Παιδείας Luc Ferry και Jacques  Lang, για να μην αναφερθούμε σε παλαιότερους, επιπέδου  André Marlaux, αλλά και εγχώριους, επιπέδου Τσάτσου, αλλά και Γενικοί Γραμματείς, επιπέδου  Παπανούτσου. Μέχρι τις δεκαετίες  του -70 και του -80   τέτοιοι αποτελούσαν τον κανόνα.  Πόσοι από τους διατελέσαντες όμως υπουργοί των τελευταίων ετών  τολμούν να παρουσιάζονται ως συνάδελφοί τους;   Σήμερα φτάσαμε να τοποθετούνται υπουργοί Παιδείας είτε  κομματικά στελέχη που δεν έχουν πτυχίο τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, είτε απλώς παιδιά πρωθυπουργών, σε κάθε περίπτωση χωρίς να αποδεικνύουν ειδικότητα σε ζητήματα Παιδείας,. Δηλαδή «μηδέν εις το πηλίκιον»(sic),  όπως μας διαβεβαίωνε ένας υιός.

Λυπάμαι, αλλά ο δρόμος που έχουμε πάρει -γιατί είμαστε όλοι συνυπεύθυνοι-,  δείχνει να οδηγεί σε συλλογική και προσωπική   παρακμή  μας  και  σε  αφανισμό   μας ως φορέων πολύτιμης πολιτισμικής παρακαταθήκης. Πολιτισμικής παρακαταθήκης πολύτιμης  για όλη την ανθρωπότητα. Ίσως  να έχουν δίκιο οι απολύτως απαισιόδοξοι  που   μας βεβαιώνουν για το τέλος του Ελληνισμού, αν και προσωπικώς ανθίσταμαι: Η Ελλάδα και η πολιτισμική της παρακαταθήκη  βρίσκονται βαθιά ριζωμένα  στο γίγνεσθαι της Ιστορίας, και επιζούν ερήμην του ελληνεπώνυμου κρατιδίου των Βαλκανίων και των περαστικών «πταισμάτων» της,    «σιωπηρώς και ανεπαισθήτως», όπως θα έλεγε ο Καβάφης.

Γράφει ο Νικήτας Χιωτίνης

Νικήτας Χιωτίνης

Share.

Leave A Reply